15.2.08

Βίος του Οσίου Πατρός ημών Ιωάννου του Δαμασκηνού

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός είναι από τους σπου-δαιότερους Πατέρες που διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο τον 8ου αιώνα, εξαιτίας των ιερών εικόνων, αλλά και του όλου έργου του. Υπήρξε μοναχός και πρεσβύτερος της Μονής του αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη, περιοχή εκτός της επικράτειας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και εντός του Αραβικού Χαλιφάτου. Ο Ιωάννης διακρίθηκε κυρίως ως ο μέγας αποταμιευτής και ερμηνευτής της ορθόδοξης πατερικής Παράδοσης.
Καταγόταν από επιφανή ελληνοσυριακή οικογένεια της Δαμασκού, πρωτεύουσας του Χαλιφάτου από το 661 στην οποία και γεννήθηκε. Τα στοιχεία των πηγών για τη γέννηση, τις σπουδές και γενικότερα τη ζωή του δεν είναι πλήρη, διότι οι Βίοι του παρουσιάζουν πολλά κενά. Οι πρώτες γνωστές βιογραφίες ανάγονται το 10ο αιώνα. Η αντιπαραβολή των βιογραφιών και το σύνολο των γνησίων στοιχείων ευνοούν την υπόθεση ότι ο Ιωάννης γεννήθηκε το 680 και πέθανε το 749. Ο παππούς του ονομαζόταν Μανσούρ (=νικηφόρος) και ήταν διοικητής της βυζαντινής ελληνικής φρουράς της Δαμασκού, κατά την αραβική επίθεση, όπου και παρέδωσε την πόλη με συνθήκη το 634. ο πατέρας του Σέργιος ήταν «πραγμάτων ἐπίτροπος» ή λογοθέτης στην κυβέρνηση του Χαλίφη Αβιμέλεχ (685-705), θέση αντίστοιχη με αυτή του υπουργού επί των υποθέσεων του υπόδουλου χριστιανικού πληθυσμού και κυρίως της κατανομής και καταβολής των φόρων.
Η μόρφωση του Ιωάννη επεκτάθηκε πέρα από τα καθιερω-μένα πλαίσια. Ο πατέρας του ελευθέρωσε τον αιχμάλωτο μοναχό Κοσμά, άριστο διδάσκαλο από τη Νότια Ιταλία και του ανέθεσε την εκπαίδευση του γιου του. Ο Κοσμάς του δίδαξε αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία, ρητορική, διαλεκτική και ηθική κατά Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Μαζί παρακολούθησε τα μαθήματα και ο νεαρός Κοσμάς, ο οποίος είχε υιοθετηθεί από το Σέργιο και έγινε αργότερα γνωστός ως γνωστός ως Κοσμάς ο Μελωδός ή Κοσμάς ο Μαϊουμά, λόγω των ύμνων και των κανόνων που συνέταξε.
Ο Ιωάννης διαδέχθηκε τον πατέρα του στην υπηρεσία του χαλιφάτου επί Ουαδίθ (705-715) και κατέλαβε παρόμοιο ή το ίδιο αξίωμα. Αργότερα αποσύρθηκε στη μονή του αγ. Σάββα, άγνωστο πότε και υπό ποιες συνθήκες, όπου και εγκαταβίωσε ως μοναχός και επεδόθηκε στη μελέτη και στη συγγραφή. Σύμφωνα με την παράδοση, η αναχώρησή του οφειλόταν σε σύγκρουση με τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ για τις εικόνες. Για το λόγο αυτό τιμωρήθηκε με αποκοπή της δεξιάς χειρός, αλλά αυτή συγκολλήθηκε διά θαύματος της Θεοτόκου. Το πιθανότερο είναι ότι αναχώρησε πριν την έναρξη της Εικονομαχίας, διότι, πρώτον, μπορούσε να παραιτηθεί από το αξίωμα και, δεύτερον, στην υπηρεσία του χαλιφάτου δεν μπορούσε εύκολα να ασχολείται με θέματα, όπως η χρήση των εικόνων.
Στη Μονή του αγ. Σάββα διακρίθηκε μεταξύ των μοναχών λόγω της μόρφωσης και του ασκητικού ιδεώδους. Χειροτονήθη-κε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Ιεροσολύμων Ιωάννη Ε’ (706-735), συνεχίζοντας την άσκηση και το συγγραφικό έργο μέχρι το θάνατό του.
Το 754 ασχολήθηκε μαζί του η εικονομαχική σύνοδος της Ιερείας. Τον αναθεμάτισε ως επιρρεπή στο Μωαμεθανισμό , εχθρό της αυτοκρατορίας, διδάσκαλο της ασέβειας και δια-στρεβλωτή των Γραφών. Η σκληρότητα των εκφράσεων της συνόδου καταδεικνύει ότι είχε κατανοηθεί πλήρως η σημασία της προσωπικότητάς του, η οποία είχε σοβαρές επιπτώσεις στους εικονομάχους. Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος (787) ακύρωσε τις αποφάσεις της συνόδου της Ιερείας και θεμελίωσε την περί εικόνων διδασκαλία στη θεολογία των σχετικών έργων του Δαμασκηνού, αναγνωρίζοντας έτσι την προσφορά του. Η μνήμη του τιμάται την 4η Δεκεμβρίου.

ΕΡΓΑ. Ο Ιωάννης μας παρέδωσε πλουσιότατο έργο σε όλους τους τομείς της Θεολογίας. Αφιερωμένος στη συχνή μελέτη της Πατερικής Παράδοσης και της ελληνικής φιλοσοφίας κατέγραψε άνετα τον πλούτο της εμπειρίας του. Οι κριτικοί σήμερα αρνούνται την πρωτοτυπία , αλλά αυτό δεν αφορά σε όλα τα έργα του. Εκείνο που δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί είναι η αυστηρότητα στη μέθοδο και τη διαίρεση. Η υπεροχή του συστηματικού στοιχείου έναντι του πρωτοτύπου, υπήρξε αυστηρή στην επιλογή, η οποία εναρμονιζόταν άριστα και προς την αντίστοιχη αξίωση της Εκκλησίας.
Τα έργα διακρίνονται σε δογματικά, αντιρρητικά, απολογητικά, ηθικά, ομιλίες, ερμηνευτικά, αγιολογικά και υμνογραφικά.
I) Δογματικά: α) το σπουδαιότερο δογματικό σύγγραμμα είναι η τριλογία «Πηγή γνώσεως». Διαιρείται σε τρία μέρη, όπου αναπτύσσονται οι φιλοσοφικές προϋποθέσεις, οι παρεκκλίσεις των αιρέσεων και τα δόγματα της Εκκλησίας. Το πρώτο μέρος ονομάζεται «Φιλοσοφικά Κεφάλαια» και αποτελεί φιλοσοφική εισαγωγή στη χριστιανική θεολογία. Στο μέρος «Περί τῶν αἱρέσεων» εξετάζονται σύντομα εκατό αιρέσεις σε εκατό κεφάλαια. Το τρίτο μέρος είναι η «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως», το οποίο διαιρείται σε εκατό κεφάλαια και αποτελεί σύστημα δογματικής θεολογίας της Ορθοδοξίας. Γράφοντας το έργο αυτό ο Ιωάννης, όπλισε τους υπερασπιστές της τιμής των εικόνων με ένα ισχυρό όπλο στον αγώνα με τους αντιπάλους τους· όπλο που τους έλειπε κατά την έναρξη της Εικονομαχίας. Εδώ θέλει να προσφέρει εκκλησιαστικό και όχι προσωπικό δογματικό σύστημα. Από τους Πατέρες κυριαρχεί ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ακολουθούν οι Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος Νύσσης, Διονύσιος Αρεοπαγίτης κά.
β) «Λίβελλος περί ὀρθοῦ φρονήματος». Ανακεφαλαιώνει τα θεμελιώδη δόγματα της Ορθοδοξίας με βάση το Σύμβολο της Πίστεως.
γ) «Εἰσαγωγή δογμάτων στοιχειώδης». Εξετάζει τους βασικούς όρους και τις κύριες διακρίσεις της χριστιανικής δογματικής.
δ) «Περί τῶν ἐν πίστει κεκοιμημένων».
II) Ἀντιρρητικά. Σώζονται δύο πραγματείες εναντίον των Νεστοριανών, τρεις εναντίον των Μονοφυσιτών και εναντίον του Μονοθελητισμού. Οι περίφημες τρεις πραγματείες «Περί εἰκόνων» απετέλεσαν την πιο πολύτιμη πηγή των εικονοφίλων για την υπεράσπιση των ι. εικόνων. Γράφθηκαν σταδιακά στην πρώτη φάση της Εικονομαχίας και, συγκεκριμένα, από το 726 ως το 731. Εξετάζουν με μετριοπάθεια το πρόβλημα, δίδοντας το ορθό νόημα στη χρήση των εικόνων. Στο έργο αυτό παρουσιάζεται κατά τρόπο και η πολιτική του Λέοντα Γ’ για το θέμα.
III) Ἀπολογητικά. α) «Διάλογος κατά Μανιχαίων», ο οποίος είναι ερωταποκρίσεις ενός ορθοδόξου με οπαδό της παλιάς αίρεσης των Μανιχαίων.
β) Στο «Διάλεξις χριστιανοῦ καί σαρακηνοῦ» γίνεται λόγος για την αιτία του καλού και του κακού.
IV) Ἠθικά. α) «Ἱερά παράλληλα». Είναι μια ογκώδης ανθολογία Βιβλικών και Πατερικών χωρίων, η οποία αναφέρε-ται στο θρησκευτικό και ηθικό βίο.
β) «Περί τῶν ἁγίων νηστειῶν πρός Κομητᾶν». Εξετάζει το θέμα της διάρκειας της νηστείας της Τεσσαρακοστής.
V) Ὁμιλίες. Μία «Εἰς τό Γενέσιον » και τρεις «Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου». Ακόμη «Εἰς τήν Μεταμόρφωσιν τοῦ Κυρίου», «Εἰς τήν ξηρανθεῖσαν συκῆν» και «Εἰς τό Μέγα Σάββατον». Τέλος, οι ψευδεπίγαφες ομιλίες είναι πολυάριθμες.
VI) Ἑρμηνευτικά. Η ενασχόληση του Δαμασκηνού με την ερμηνεία των Γραφών υπήρξε περιορισμένη. Έχουμε μόνο την ερμηνεία «Εἰς τάς ἐπιστολάς τοῦ Παύλου», που αποτελεί επιτομή της εκτενούς ομιλητικής ερμηνείας του Ιωάννου Χρυσοστόμου.
VII) Ἁγιολογικά. α) «Ἐγκώμιον εἰς Ἰωάννην τόν Χρυσόστομον». β) «Ἐγκώμιον εἰς τήν ἁγίαν Βαρβάραν». γ) «Μαρτύριον τῆς ἁγίας Αἰκατερίνης». δ) Ο «Βίος Βαρλαάμ καί Ἰωάσαφ» είναι το σπουδαιό-τερο αγιογραφικό κείμενο του Ιωάννη, διότι γνώρισε μεγάλη διάδοση ως διήγημα.
VIII) Ὑμνογραφικά. Ο Δαμασκηνός είναι επίσης ένας από τους σπουδαιότερους μελωδούς της Εκκλησίας. Το ποιητικό του έργο θεωρείται από τα σημαντικότερα στην ορθόδοξη υμνογραφική παράδοση. Είναι ένας από τους εισηγητές του ποιητικού είδους των Κανόνων. Σώζονται 90 Κανόνες του, από τους οποίους οι 14 έχουν συμπεριληφθεί στα λειτουργικά βιβλία. Περίφημος είναι ο «Κανών εἰς τό ἅγιον Πάσχα» και το υμνογραφικό τμήμα των Κυριακών στο βιβλίο της Παρακλητικής· γνωστό ως Ὀχτώηχος της Κυριακής. Οι ύμνοι του επηρέασαν τους μεταγενέστερους ποιητές και απετέλεσαν τον πυρήνα των ακολουθιών της εβδομάδος.

Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, με το πολύπλευρο έργο του, έχει επιβληθεί με τρεις ιδιότητες· ως απολογητής των εικόνων, ως υμνογράφος και ως δογματικός θεολόγος. Στον τεράστιο όγκο υλικού των συγγραμμάτων υπερασπίζεται το θεσμό των εικόνων, πράγμα που απετέλεσε και τη βάση για την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας.

Βίος της Αγίας Βαρβάρας της Μεγαλομάρτυρος.

Η αγία Βαρβάρα αποτελεί κόσμημα του 3ου αιώνα μ.Χ. Καταγόταν από την Ανατολή και μεγάλωσε μέσα σε ειδωλολατρική οικογένεια. Ο πατέρας της, που ονομαζόταν Διόσκορος, ήταν πλούσιος, αλλά και φανατισμένος ειδωλολάτρης. Η θυγατέρα του ήταν καλοπροαίρετος άνθρωπος και κατηχήθηκε στην πίστη του Χριστού από μία ευσεβή γυναίκα. Μετά την βάπτισή της ζούσε, μέσα στον πύργο που την είχε κλεισμένη επειδή ήταν πολύ όμορφη, με άσκηση και προσευχή. Οι δυσκολίες ήσαν πάμπολλες, αλλά η αγία Βαρβάρα είχε μάθει να αναθέτη με εμπιστοσύνη στον Θεό όλα τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Ο πατέρας της δεν άργησε να μάθη ότι η κόρη του είναι Χριστιανή. Άρχισε να φτειάχνη στο σπίτι του ένα λουτρό και διέταξε να ανοίξουν δύο παράθυρα. Η αγία είπε στους τεχνίτες και άνοιξαν τρία παράθυρα. Στην απορία του πατέρα της απάντησε ότι άνοιξε τρία παράθυρα, στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Τότε, γεμάτος θυμό όρμησε εναντίον της με ξίφος και εκείνη κατέφυγε στο δάσος. Την κυνήγησε, την συνέλαβε και την οδήγησε στον ειδωλολάτρη ηγεμόνα που προσπάθησε, πρώτα με κολακείες και ύστερα με απάνθρωπα βασανιστήρια, να την πείση να αρνηθή τον Χριστό. Επειδή όμως εκείνη έμεινε σταθερή και ακλόνητη στην πίστη της, θέλησε να την εξευτελίση και να την ντροπιάση. Γι’ αυτό και διέταξε να την ξεγυμνώσουν και να την διαπομπεύσουν σε όλη την πόλη. Δεν μπόρεσε όμως να πραγματοποιήση τον άθλιο σκοπό του, επειδή ο Θεός την φύλαξε με θαυμαστό τρόπο. Την στιγμή που προσπαθούσαν να την ξεγυμνώσουν, ντυνόταν αμέσως με καινούργια ρούχα, καλύτερα και λαμπρότερα από τα προηγούμενα. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να την αποκεφαλίσουν και ο πατέρας της γεμάτος μίσος και τυφλό φανατισμό, την αποκεφάλισε με ίδιά του τα χέρια, για να λάβη έτσι η μακαρία τον στέφανο του μαρτυρίου.
Ο βίος και η πολιτεία της αγίας Βαρβάρας μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε τα ακόλουθα:
Πρώτον. Η αναφορά του ανθρώπου στον Θεό και η ανάθεση σε Αυτόν, με ακλόνητη εμπιστοσύνη, των διαφόρων προβλημάτων που τον απασχολούν, είναι ένας τρόπος ζωής που τον βοηθά να πορεύεται ισορροπημένα στην ζωή του και να μην απελπίζεται, να μη τον “παίρνουν από κάτω”, όπως συνήθως λέμε. Γιατί δεν είναι μικρό πράγμα να σε μισή ο ίδιος ο πατέρας σου, να σε παραδίδη στα βασανιστήρια και τέλος να σού προξενή τον θάνατο με τα ίδια του τα χέρια. Δηλαδή, από εκεί που περιμένεις να γευθής την αγάπη, την πεμπτουσία της ζωής, να συναντάς το μίσος και τον θάνατο. Εκεί που ζητάς να ακουμπήσης για να βρής στήριγμα και παρηγοριά στις δυσκολίες της ζωής, να αντιμετωπίζεσαι εχθρικά και το σπουδαιότερο χωρίς να έχης διαπράξει κανένα παράπτωμα. Μόνον και μόνον επειδή έχεις επιλέξει διαφορετική πίστη από αυτήν που έχει εκείνος, ο οποίος έπρεπε να σε αγαπά θυσιαστικά.
Μήπως δεν συμβαίνουν και στις μέρες μας παρόμοια γεγονότα; Δηλαδή, το να θέλη κανείς να επιβάλη τις απόψεις του στον άλλο, όταν αισθάνεται ότι έχει την δυνατότητα να το κάνη, είτε με κολακείες και υποσχέσεις για καλύτερη ζωή, είτε με διαφόρους εκβιασμούς όταν ο άλλος είναι σε μειονεκτική θέση. Πολλές φορές η φτώχεια και η εξαθλίωση οδηγούν τους ανθρώπους στην απόφαση να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους και να υποβληθούν στην δοκιμασία της αναζήτησης καλυτέρων και πιο ανθρώπινων συνθηκών ζωής. Και τότε, δυστυχώς, λαμβάνουν χώρα αρκετά τραγικά γεγονότα, σε πολλά από τα οποία είναι πρωταγωνιστές και κάποιοι γονείς.
Δεύτερον. Η πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία και η αποστασία του από τον Θεό, τον οδήγησε στην δημιουργία υποκατάστατων του αληθινού Θεού. Στην ανακάλυψη διαφόρων θρησκειών, οι οποίες ουσιαστικά λατρεύουν τα κτίσματα και ανύπαρκτους θεούς. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος για να ελευθερώση τον άνθρωπο από την τυραννία του διαβόλου και των κτισμάτων. Η Ορθοδοξία δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, δεν είναι ανακάλυψη του ανθρώπου και με αυτή την έννοια δεν είναι θρησκεία, αλλά Εκκλησία. Δηλαδή, είναι αποκάλυψη του Ιδίου του Θεού καί, όπως τονίζει ο αείμνηστος π. Ιωάννης Ρωμανίδης, είναι “η θεραπεία της θρησκείας, ήτοι της δεισιδαιμονίας”. Δυστυχώς, γινόμαστε και σήμερα μάρτυρες άρρωστων εκδηλώσεων, όπως είναι το μίσος και ο τυφλός φανατισμός, που πηγάζουν από τα διάφορα ανθρώπινα κατασκευάσματα.
Υπάρχουν και στις μέρες μας πολλοί που υποστηρίζουν, προφανώς από άγνοια, ότι ο Θεός είναι ένας και ότι λατρεύουμε όλοι τον ίδιο Θεό. Ασφαλώς δεν υπάρχει μεγαλύτερη πλάνη από αυτήν. Γιατί ποιά σχέση μπορεί να έχη ο Άγιος Τριαδικός Θεός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που είναι Πρόσωπο, αναπτύσσει προσωπική κοινωνία αγάπης με τον άνθρωπο και διδάσκει την αγάπη ακόμα και προς τους εχθρούς, με την πληθώρα των θεών των ειδώλων ή με τον Δυνάστη θεό των διαφόρων θρησκειών, που είναι χωρίς έλεος για τους “απίστους” και εμπνέει την εκδίκηση, την μισαλλοδοξία και τον φανατισμό; Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να πιστεύη ό,τι θέλει, αλλά δεν μπορούμε να τα ισοπεδώνουμε όλα. Η βίωση της Ορθοδόξου εκκλησιαστικής ζωής εξανθρωπίζει τον άνθρωπο και τον ανυψώνει σε τέτοιο σημείο, ούτως ώστε να αγαπά, όχι μόνον τα σαρκικά του παιδιά που είναι το αυτονόητο, ή τους φίλους και τους ομοϊδεάτες του, αλλά και τους εχθρούς του και να σέβεται την διαφορετικότητά τους και την πίστη τους.
Η προσωπική κοινωνία με τον προσωπικό Θεό της Εκκλησίας γεννά την ακλόνητη εμπιστοσύνη στην αγάπη Του, η οποία απαλλάσσει τον άνθρωπο από όλα τα συμπλέγματα και τα αδιέξοδα και ανυψώνει την ανθρωπιά του.

13.2.08

Ποιμαντική Κρατουμένων

Πολλοί είναι σήμερα εκείνοι από τους συνανθρώπους μας πού ευρίσκονται πίσω από τα φρικτά εγκλήματα της φυλακής. Μερικοί απ' αυτούς έχουν φυλακισθεί εξ αιτίας της ανάρμοστης ζωής τους, τής κακής τους συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους τους, ως επίσης και τής παρακοής τους προς τους νόμους του Κράτους. Άλλοι πάλι ευρίσκονται σ' αυτή τη θέση, εξ αιτίας των αδικημάτων και εγκλημάτων πού διέπραξαν.
Δεν λείπουν όμως και εκείνοι πού είναι κλεισμένοι αδίκως, λόγω εκδίκησης από φθόνο άλλων ανθρώπων. Για όλους αυτούς τους κρατουμένους χωρίς εξαίρεση, ο Χριστός ενδιαφέρεται, πονά και μεριμνά. Τους αγαπά ομοίως όλους. Είναι οι ελάχιστοι αδελφοί Του και αδελφοί μας. Θέλει να τους σώσει. Τους καλεί να έλθουν κοντά Του. Να μετανοήσουν, να λάβουν την Λύτρωση.
Αλλά ταυτόχρονα ο Κύριος και μας καλεί και μας προτρέπει να ενδιαφερόμεθα, να φροντίζομε για τους φυλακισμένους, τους πονεμένους αυτούς συνανθρώπους μας, που στερούνται την ελευθερία τους και την αγάπη των άλλων. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός ανάμεσα σε όλους εκείνους τους ανθρώπους, πού υποφέρουν και οι όποιοι έχουν την ανάγκην μας, τοποθετεί και τους φυλακισμένους.
Ενδιαφέρεται για αυτούς το ίδιο, όπως και για εκείνους, δηλαδή τους ασθενείς, τους καταδιωκμένους, τους γυμνούς κ.λπ. Το Ιερό Ευαγγέλιο μας αναφέρει τους Λόγους του Κυρίου: « Επείνασα γαρ και εδωκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ημήν και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιβάλλετε με, ησθένησα και επισκέψασθέ με, εν φυλακή ημήν και ήλθατε προς με ».Δια μέσου των αιώνων κανείς δεν κατεδέχθη να αναφερθή με τόση συμπάθεια και συμπόνια προς τους φυλακισμένους όπως ο 'Ιησούς, ο όποιος, όχι μόνον ομιλεί γι' αυτούς με αγάπη και συμπόνια, αλλά και ταυτίζει τον εαυτόν Του με τους φυλακισμένους.
Εξομοιώνει τον εαυτό Του με αυτούς. Θέτει αυτούς εις απεικόνισιν Εκείνου. « Εν φυλακή ημήν ». Ευρίσκεται ο Κύριος στη φυλακή. Είναι μαζί με τους φυλακισμένους. Ζει ανάμεσα τους. Διακρίνεται σε κάθε πρόσωπο φυλακισμένου, χωρίς καμία εξαίρεση. Τούτο δε γίνεται, διότι οι φυλακισμένοι, άσχετα με το αδίκημα που είναι επιβαρημένοι και βρίσκονται κρατούμενοι, θεωρούνται και αποτελούν παιδιά του Θεού.
Είναι αδελφοί μας, συνάνθρωποι μας και όμοιοί μας, οι όποιοι έχουν την ανάγκη μας, δηλαδή ανάγκη αγάπης, παρηγοριάς, συμπόνιας, καλής συμπεριφοράς, καλών συμβουλών, κ. λ. π. Έχουν και αυτοί ψυχήν ζώσαν, για την οποία ο Κύριος εθυσιάσθη με σταυρικό θάνατο. Γι' αυτό, 'Εκείνος πού αγάπησε τόσον πολύ τον άνθρωπο και εσταυρώθη για τη σωτηρία του, θα μας κρίνη αύριο, όχι μόνον διότι δεν εβοηθήσαμεν τον πεινασμένο, τον άρρωστο, τον διψασμένο, τον γυμνό, αλλά και τον φυλακισμένο επίσης. Αυτόν που αντί να τον βοηθήσωμεν υλικώς και πνευματικώς, δυστυχώς τον κρίνομεν και κατακρίνομεν άφ' υψηλού.
Ή πάλιν αντιθέτως τον εγκωμιάζομεν και τον ηρωποιούμεν, για τις απερισκεψίες και τα κακά του κατορθώματα, για τα όποια ο ίδιος πολλές φορές μπορεί να έχη μετα-νοήση. θα πρέπει να μη λησμονούμε ότι μαζί με την έμπρακτη αγάπη μας προς τους φυλακισμένους, να φροντίζωμεν και για τη διάδοση του Θείου Λόγου προς αυτούς, προσευχόμενοι συγχρόνως για το φωτισμό και τη σωτηρία τους.
Σήμερα όταν βλέπωμεν μέσω των οφθαλμών τής ψυχής μας τον Κύριον στο πρόσωπο κάθε φυλακισμένου ή πεινασμένου ή αρρώστου ή θλιμμένου, με αγάπη και συμπάθεια, τότε ας είμεθα βέβαιοι, ότι θα ίδωμεν τον Ίδιον τον Χριστούν, πάλιν εν δόξη ερχόμενον κατά τη Δευτέρα Αυτού Παρουσία, δίχως φόβο, αλλά με χαρά και άγαλλίασι.
Ακολούθως δε, θα ακούσωμεν τη χαρμόσυνη γλυκεία Αυτού Φωνή. «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασι-λείαν από καταβολής κόσμου. Διότι επείνασα και εδωκατέ μοι φαγεϊν, έδίψασα, και έπο-τίσατέ με, ξένος ημήν και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθέησα και επισκέ-ψασθέ με, εν φυλακή ημήν και ήλθατε προς με».
(Ματθ. κε', 34-38).
Γι΄αυτό και η Ενορίας πραγματοποιεί επισκέψεις Σωφρονιστικά Ιδρύματα της πόλης μας, το πρόγραμμα των επισκέψεων μας περιλαμβάνει πάντοτε Θεία Λειτουργία και μια αγιαστική πράξη (Μυστήριο του Ευχελαίου ή Αγιασμό). Στην συνέχεια ακολουθεί συζήτηση με τους κρατούμενους. Ακολουθεί ενημέρωση από τον διευθυντή των φυλακών για τις ανάγκες και τις συνθήκες διαμονής των κρατουμένων. ετοιμάζουμε δέματα με ρούχα, υποδήματα, ατομικά είδη και τρόφιμα, προετοιμάζει τα πράγματα για τις πανηγύρεις των παρεκκλησίων εντώς των Ιδρυμάτων του Αγίου Ελευθερίου 15 Δεκεμβρίου, του Αγίου Λογγίνου 16 Οκτωβρίου, του Οσίου Πατρός Δαβίδ του εν Ευβοία 1 Νοεμβρίου. Πραγματοποιεί επισκέψεις με τα παιδιά των Κατηχητικών Σχολείων ανεβάζει Θεατρικές Παραστάσεις.

Ποιμαντική Οικογενειών


Όταν μιλούμε για Εκκλησία αναφερόμαστε σε μια κοινωνία προσώπων που αγκαλιάζει όλους τους πιστούς. Μέλη της εκκλησίας είναι όσοι αποδέχονται τον Χριστό για Σωτήρα, έχουν βαπτιστεί στο όνομα της Αγίας Τριάδας και πορεύονται προς ένωση μαζί Του. Η κατ΄οίκον εκκλησία δηλ. η οικογένεια αποτελεί το πολυτιμότερο κύτταρο του Εκκλησιαστικού Σώματος και έχουμε χρέος να την ακούσουμε και να λάβουμε σοβαρά υπ όψιν τις ανησυχίες της, τα ερωτηματικά της, τις σκέψεις της, τις προτάσεις και την κριτική, της, αφού όλοι μας έχουμε ευθύνη για την πορεία της Εκκλησίας στην χαραυγή της νέας χιλιετίας.
Στον Ιερό και Άγιο χώρο της Εκκλησίας μαθαίνουμε να βλέπουμε πέρα από του αδύναμο ανθρώπινο φλοιό και να αντλούμε από την ακένωτη πηγή της αλήθειας των Γραφών, της πείρας των Αγίων, της μυσταγωγίας της λατρευτικής μας ζωής, δύναμη, έμπνευση, παράδειγμα.
Με αυτές τις σκέψεις η τοπική Εκκλησία σας απευθύνει προσκλητήριο να συμμετάσχετε στις δραστηριότητες του Τομέα της Ποιμαντικής Οικογενειών. Σας καλεί να προσδιορίσετε τη σχέση σας με του Χριστό και να γίνετε συνδημιουργοί σε μια προσπάθεια που εδράζεται στον διάλογο και την ελευθέρια.
Η ενεργητική παρουσία σας έχει ζωτική σημασία, διότι η Εκκλησία διατρανώνει την πίστη της ότι η οικογένεια δεν είναι απλώς η ελπίδα του μέλλοντος, αλλά και η κραταιά δύναμη του παρόντος.
Γι΄αυτό η ενορία μας στο τομέα ‹‹Ποιμαντική Οικογενειών›› έχει καταρτίσει ένα πρόγραμμα με διάφορες δραστηριότητες που έχουν σχέση με την οικογένεια, τους γονείς και τα παιδιά.
1.Σχολή γονέων λειτουργεί σε συνεργασία με την Ιερά Μητρόπολη και έχει ως έδρα το Ναό της Ευαγγελιστρίας Νέας Ιωνίας τα μαθήματα γίνονται κάθε δεκαπενθήμερο.
2.Οικογενειακές βραδιές πραγματοποιούνται 1 φορά το μήνα και ημέρα Κυριακή στην αίθουσα δεξιώσεων του Ναού μας. Περιλαμβάνουν ομιλίες, γεύμα, συζητήσεις, προβολή ταινιών, μουσική και χορό.3.Δημιουργήσαμε Χορευτικά Τμήματα για γονείς και ενήλικες.

Διοίκηση Ι.Ναού - Συνεργάτες - Εκκλησιαστικοί Σύμβουλοι - Χριστιανική Αλληλεγγύη

Εφημέριοι του Ι. Ναού
Πρωτοπρεσβύτερος Ελευθέριος Σαράτσης
Πρεσβύτερος Εμμανουήλ Τζανάκης
Ιεροδιάκονος Βαρνάβας Σαράτσης

Ιεροψάλται
Πρωτοψάλτης Πέτρος Μπλάνας
Λαμπαδάριος Δημήτρης Μανώλης

Εκκλησιαστικοί Σύμβουλοι
Απόστολος Συρταδιώτης
Γεώργιος Τακούμης
Αντώνιος Κοντόπουλος
Κωνσταντίνος Δόλγηρας

Χριστιανική Αλληλεγγύη
Αυγή Σωτοπούλου
Πελαγία Χαράτση
Αθηνά Αλβανού
Αικατερίνη Μυλωνά
Ελένη Καραπαναγιώτου
Ασημίνα Αποστολίδου

8.2.08



Ιστορικά
Η ενορία των Αγίων Ιωάννου Δαμασκηνού και Αγίας Βαρβάρας βρίσκεται στο Δήμο Ν. Ιωνίας στη συνοικία Νέα Κηφισιά. Αποτελείται από ενορίτες που κατάγονται από Μικρά Ασία, Πόντο, χωριά Φαρσάλων, Λάρισα, Καρδίτσα και άλλες περιοχές της Ελλάδος. Όλοι σέβονται και ευλαβούνται την ενορία τους. Ο Ιερός Ναός του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού και Αγ. Βαρβάρας συγκροτήθηκε και λειτούργησε από το 1959 σε ένα παράπηγμα επί των οδών Αγίας Σοφίας, Παρασκευοπούλου και Μ. Χρ. Σμύρνης. Τα θυρανοίξια του ναού έγιναν από τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος Κύριον Δαμασκηνόν (του από Τριφυλίας) και αφιερώθηκε ο ναός στούς: ‹‹Άγιον Ιωάννην Δαμασκηνόν και Αγίαν Βαρβάραν›› επί Ιερέων π. Κων/νου Λαγού και π. Μιχαήλ Χριστοδούλου. Το 1970 θεμελιώθηκε στη ίδια θέση ο νέος ναός από τον τότε Μητροπολίτη Δημητριάδος Κύριον Ηλία. Μετά από μικρό χρονικό διάστημα έγινε στο υπόγειο του ναου το παρεκκλήσιο των ‹‹Αγίων Μαρτύρων Σοφίας και των τριών θυγατέρων και Οσίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου›› και εγκαινιάσθηκε από τον Μητροπολίτη Δημητριάδος Κύριον Ηλία. Μετά από μία δεκαετία εγκαινιάστηκε την 30ην Οκτωβρίου 1983 ο επάνω νέος ναός από τον Σεβασμιωτάτον Μητροπολίτη Δημητριάδος και Αλμυρού κ.κ. Χριστόδουλο και νυν Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος.
Το γλυκό μυστήριο της Ενορίας

Κάθε τι στην πίστη μας είναι συγκεκριμένο και απτό. Τέτοιο είναι και το μυστήριο της Εκκλησίας. Εκκλησία δεν είναι κάτι θεωρητικό και αόριστο, αλλά κάτι το συγκεκριμένο και χειροπιαστό. Ο άπειρος Θεός εμφανίζεται μέσα από το συγκεκριμένο και το απτό. Δεν ζήτησε να αγαπούμε την ανθρωπότητα, μια αόριστη και άπιαστη ιδέα, αλλά τον πλησίον μας, τον συγκεκριμένο άνθρωπο που έχουμε μπροστά μας. Έτσι και η Εκκλησία δεν είναι μία αόριστη ιδέα που χάνεται μέσα στην Ιστορία και στην αιωνιότητα, αλλά η συγκεκριμένη σύναξη γνωστών μεταξύ τους ανθρώπων. Συνέρχονται όλοι μαζί για να λατρεύσουν το Θεό, όπως έκαναν πάντοτε όλοι οι Χριστιανοί, μέσα στο συγκεκριμένο ναό και με τις ιερές εικόνες γύρω τους. Αρχηγό στη λατρεία και διδάσκαλό τους έχουν τον πνευματικό απόγονο των Αποστόλων, τον Επίσκοπο, ή τον διορισμένο από αυτόν πρεσβύτερο με τους διακόνους και τον λοιπό κλήρο. Αυτό το γλυκό μυστήριο της ενορίας είναι η συγκεκριμένη τοπική Εκκλησία. Και αυτή η συγκεκριμένη τοπική Εκκλησία είναι Καθολική Εκκλησία. Διότι, Καθολική Εκκλησία, στο λεξιλόγιο της Ορθοδοξίας, σημαίνει το Σώμα του Χριστού, που έχει την καθολικότητα της Δωρεάς και της Χάριτος του Θεού. Μέσα σ αυτή τη συγκεκριμένη, μικρή, τοπική Εκκλησία υπάρχει ολόκληρος ο θησαυρός της Χάριτος του Θεού και δε λείπει τίποτε. Η ενορία δεν είναι κομμάτι της Εκκλησίας, αλλά η Εκκλησία η ιδια. Μια άλλη γειτονική ή μακρινή ενορία δεν είναι συμπλήρωμα της πρώτης, αλλά ταυτόσημη επανάληψή της στο χώρο και στο χρόνο.
Μέσα σ΄ αυτή τη μικρή ενορία κατηχείται ο άνθρωπος και μαθαίνει την πίστη του Χριστού. Μέσα σ΄ αυτή βαπτίζεται. Μέσα σ΄ αυτήν κοινωνεί το Σώμα και το αίμα του Χριστού, εξομολογείται και αγιάζεται. Μέσα σ΄ αυτήν βρίσκει την θριαμβεύουσα Εκκλησία, στις εικόνες, στα ιερά λείψανα, στον εορτασμό της μνήμης των αγίων. Τι λείπει, λοιπόν, από την αγιαστική δωρεά μέσα στη μικρή ενορία; Τίποτε. Η ενορία είναι η Καθολική Εκκλησία, με τον ιδιο τρόπο που ένας συγκεκριμένος άνθρωπος είναι ο Άνθρωπος, αφού στο πρόσωπό του βρίσκεται ολόκληρη η ανθρώπινη φύση και όχι ένα κομμάτι της. Ένα άλλο πρόσωπο είναι και κείνο ο Άνθρωπος, χωρίς να του λείπει τίποτε. Μετέχουν και οι δύο της ιδίας φύσεως, και δεν την κάνουν καθόλου μεγαλύτερη ή τελειότερη επειδή είναι δύο. Ειτε ένας είναι ο Άνθρωπος, ειτε μύριοι, η φύση είναι η ιδια, ολοκληρωμένη. Ίδιο είναι και το μυστήριο της Εκκλησίας. Κάθε ενορία είναι ολοκληρωμένη η Εκκλησία του Χριστού.
Μέσα στην ενορία πραγματοποιείται ο σκοπός της δημιουργίας μας, που είναι να ζήσουμε μετέχοντας ομότιμα στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Η ζωή της Αγίας Τριάδος είναι ζωή αγάπης. Το ιδιο είναι και η ζωή της ενορίας. Δεν υπάρχει ζωή αγάπης ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους. Στην ενορία όλοι γνωρίζονται και αγαπιούνται μεταξύ τους κατά το μέτρο του προσωπικού αγιασμού τους. Η ενορία είναι το εργαστήρι της αγάπης. Η ζωή της δεν περιορίζεται μόνο στη λατρεία, αλλά επεκτείνεται σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής. Όλοι χαίρονται μ΄ αυτόν που χαίρεται και όλοι λυπούνται μ΄ αυτόν που λυπάται. Ο ένας βοηθά τον άλλο πνευματικά και υλικά. Ο ένας συγχωρεί και ανέχεται τον άλλο και φροντίζουν να μήν υπάρχει πικρία και παρεξηγήσεις μεταξύ τους. Αγωνίζονται μαζί για την πίστη, και μελετούν τους Πατέρες, φροντίζοντας να έχουν την πίστη και την ομολογία που είχε πάντα η Εκκλησία.
Στους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, η μεγάλη πλειοψηφία ήταν συνειδητοί Χριστιανοί και τα όρια της ενορίας εύκολα συγχέονταν. Στις μέρες μας δεν είναι πλέον αδιάφορο σε ποιο ναό εκκλησιάζεται κανείς. Υπάρχουν ενορίες που μόνο κατ΄ επίφαση είναι χριστιανικές και ορθόδοξες. Ακόμη όμως και κεί που ομολογείται η Ορθοδοξία, οι άνθρωποι είναι συχνά ξένοι μεταξύ τους, αν όχι και εχθρικοί ο ένας απέναντι στον άλλο. Έτσι, ειδικά στις μεγάλες πόλεις, έχει ατονήσει μέσα μας η συνείδηση του μυστηρίου της ενορίας. Η κυριότερη αιτία είναι η χαλάρωση των δεσμών της αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους και η βαθμιαία εξάλειψη του εκκλησιαστικού φρονήματος. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η έννοια της Εκκλησίας γίνεται μια θεωρητική γενικότητα. Η συγκεκριμένη απτή έννοια της Εκκλησίας ως ενορία βρίσκεται σπάνια.
Όμως, η Ορθοδοξία δεν μπορεί να βιωθεί αληθινά χωρίς την ενορία. Ο αθλητής δεν μπορεί να αγωνιστεί έξω από το στάδιο, κι αν αγωνιστεί δεν στεφανώνεται. Η ενορία είναι το στάδιο της ορθοδόξου βιωτής. Στο μοναχισμό, ενορία είναι το κοινόβιο ή η σκήτη. Η χριστιανική ζωή επικεντρώνεται πάντα γύρω από την κοινότητα. Ο χριστιανός αγωνίζεται να αγαπήσει συγκεκριμένους ανθρώπους, τους πλησίον του, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους. Με αυτούς τους συγκεκριμένους ανθρώπους πρέπει να ομονοήσει στην πίστη, αυτούς πρέπει να συγχωρήσει και από αυτούς πρέπει να ζητήσει συγνώμη.
Οι περισσότερες ενορίες σήμερα έχουν σταθερό κέντρο τον ιερέα και τους επιτρόπους του παγκαριού. Το πλήθος που γυρνά γύρω τους είναι κάπως ακαθόριστο. Οι λίγοι πραγματικά ευσεβείς είναι χαμένοι στο πλήθος των αδιάφορων. Ο άνθρωπος βρίσκεται στην ενορία από τότε που θα γεννηθεί. Βρέφος ακόμη, αβάπτιστο, δέχεται τις πρώτες εντυπώσεις από την ψαλμωδία, από τα κεριά, από τις εικόνες. Η παιδική του ηλικία ζυμώνεται με τη ζωή της Εκκλησίας. Εκεί η μάνα του, εκεί ο πατέρας του, τα αδέλφια και συνομήλικοι φίλοι. Πλούσιοι και πένητες, παιδιά και γέροι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, δυνατοί και αδύναμοι, καθαροί και ακάθαρτοι, στέκονται και προσεύχονται δίπλα-δίπλα, ισοπεδωμένοι μπροστά στην απροσωπόληπτη αιώνια αλήθεια.
Η ενορία είναι η εν Χριστώ οικογένεια. Εκεί ο ένας νιώθει ότι είναι συγγενής με τον άλλο, γιατί σε όλων τις φλέβες κυκλοφορεί το ιδιο αίμα, του αναστάντος Χριστού. Μήπως και η φυσική οικογένεια δεν είναι κι αυτή μια μικρή ενορία; Για τον Χριστιανό είναι η κατ΄ οίκον Εκκλησία. Αυτή η κατ΄ οίκον Εκκλησία αποτελεί το κύτταρο της ενορίας.
Ανάμεσα σε δύο αληθινά ορθόδοξες ενορίες υπάρχουν δεσμοί αγάπης και κοινής ταυτότητας: Εκκλησία του Χριστού η μία, Εκκλησία του Χριστού και η άλλη. Τα πρόσωπα αλλάζουν, η ουσία είναι η ιδια.
“Εν τούτω γνώσονται ότι εμοί μαθηταί εσταί, όταν αγάπη έχετε εν αλλήλοις”. Αγάπη ανάμεσα στα μέλη της ενορίας, αγάπη ανάμεσα στις ενορίες. Έτσι μόνο παίρνει σάρκα και οστά η εν Χριστώ ζωή. Δεν είναι δυνατό να ζούμε εν Χριστώ σαν επισκέπτες της Εκκλησίας. Πρέπει να ειμαστε μέλη του σώματος του Χριστού